Μεταφραση

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Οι 10 ασπρόμαυρες Ελληνικές ταινίες που άφησαν εποχή

Η Ελλάδα του ’50 και του ’60, οι «επικές» φράσεις και οι καλλιτεχνικές μορφές που παραμένουν αλώβητες στο χρόνο, δεν ηττώνται από τη λήθη αλλά αναδύονται μέσα από αξέχαστες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.

Ο ελληνικός κινηματογράφος την εποχή που ο Γιώργος Τζαβέλλας έγραφε «ιστορία» και η μουσική Χατζηδάκι ήταν το επιδόρπιο ενός ευχάριστου δείπνου. Οι ταινίες δεν αναζητούσαν την πρόκληση για να «ανέβουν» τα σκαλιά της αναγνώρισης, αλλά ένα από τα δυνατά χαρτιά τους ήταν οι φράσεις, που κυοφορούσαν ηθικά διδάγματα. Μεταξύ των ελληνικών ταινιών που δεν μπορεί να «θάψει» εύκολα κανείς, δέκα κατέκτησαν διεθνείς και ελληνικές «καρδιές». 



«Ο παράς είναι πάντα κάλπικος»

Στιγμές γέλιου και συγκίνησης, αλλά και ένα ηθικό δίδαγμα για τον εύθραυστο χαρακτήρα της ίδιας της ζωής, προσφέρει η ανεπανάληπτη ελληνική ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα, «Η Κάλπικη λίρα».

Δίνει «ρέστα» στην ταινία παραγωγής 1955 ο Ορέστης Μακρής, ενώ ξεχωρίζει η μουσική του Μάνου Χατζηδάκι. 

Μέσα από την άκρως απολαυστική ταινία με ατόφιο το ελληνικό στοιχείο, διαφαίνεται ο επιφανειακός χαρακτήρας της κοινωνίας, αλλά και οι αληθινοί «παλμοί» της ψυχής του ανθρώπου. Η ατάκα όπου συνοψίζεται το κεντρικό νόημα βρίσκεται στη φράση: «Ο παράς είναι πάντα κάλπικος», ενώ η φράση που μπορεί να φαίνεται απλή αλλά διαθέτει ειδική βαρύτητα είναι η εξής: «Με συγχωρείς, εμένα δεν με περιμένει κανείς».



«Στέλλα, κρατάω μαχαίρι»

Έχει «ανέβει» στο βάθρο της διάκρισης, έδωσε υπολογίσιμο «αέρα» στον ελληνικό κινηματογράφο, καθώς διακρίθηκε με το βραβείο καλύτερης ταινίας ρετροσπεκτίβας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1960, με τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας του 1956, και με το βραβείο ερμηνείας Isa Miranda, για τη Μελίνα Μερκούρη, στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών του 1955. 

Η ταινία «Στέλλα», που προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1955 και βασίζεται στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», πορεύθηκε με δυνατό της «χαρτί» τη Μελίνα Μερκούρη, της οποίας η ερμηνεία άφησε εποχή και σηματοδότησε την υποκριτική της καθιέρωση.

Φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή του Μιχάλη Κακογιάννη, ενώ η μουσική είναι ένα ακόμη ατού της ταινίας με τον Μάνο Χατζηδάκι και τον Βασίλη Τσιτσάνη στην «καρδιά» της.

Μεταξύ των αξέχαστων μορφών του καλλιτεχνικού χώρου και η θρυλικήΣοφία Βέμπο που έδωσε το «παρών» στην ταινία.

Η υπόθεσή της «Στέλλας» ενέχει κάτι το πρωτοποριακό για τα δεδομένα της δεκαετίας του ’50, με τη «Στέλλα» να είναι σύμβολο της γυναικείας απελευθέρωσης.

Ατάκα της ταινίας που δεν θα «ξεθωριάσει» η εξής: «Στέλλα, κρατάω μαχαίρι»



«Σας μερσω μανταμ, ορεντουβαρ» 
Δημιουργούνται κοιλιακοί και πέφτουν δάκρυα από το γέλιο μέσα από την ταινία «Ο μπακαλόγατος» (1963) σε σκηνοθεσία Ντίνου Κατσουρίδη. Κωμικό ρεσιτάλ δίνουν οι Κώστας Χατζηχρήστος και Κώστας Δούκας σε ένα έργο που λειτουργεί ως δραστικό αντικαταθλιπτικό. Οι ατάκες, οι φάρσες, τα αστεία και το ελληνικό ταμπεραμέντο σε όλο το μεγαλείο τους.

Η αμίμητα αστεία ατάκα: «Σας μερσω μανταμ, ορεντουβαρ» 



«Οι πισινοί μου με σπρώχνουνε Κύριε» 

Oι ατάκες πέφτουν βροχή και στην απολαυστική ελληνική ταινία «Η θεία απ' το Σικάγο» (1957) που έκοψε πάνω από 100.000 εισιτήρια. Το παλιομοδίτικο και συντηρητικό «πρόσωπο» της δεκαετίας του ’50 διαφαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τις αγωνίες των γονέων και τους περιορισμούς που υφίστανται τα παιδιά. Αυτό είναι όμως που σχηματίζει και το νοσταλγικό μειδίαμα δίνοντας στην ταινία μια γαργαλιστική υπόσταση.
Η σκηνοθεσία ανήκει στον Αλέκο Σακελλάριο, ενώ τα «σκήπτρα» της απόλαυσης κατακτά η Γεωργία Βασιλειάδου με τον Ορέστη Μακρή.
Η ατάκα που δεν ξεχνιέται εύκολα: «Οι πισινοί μου με σπρώχνουνε Κύριε» 



«Για να γίνει λίγο πλάκα»
Ένδοξες στιγμές συνάντησε ο «Κατήφορος», η ελληνική δραματική ταινία του 1961, σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη. Την παράσταση κλέβουν οι Ζωή Λάσκαρη, Νίκος Κούρκουλος και Κώστας Βουτσάς.

Ο τολμηρός χαρακτήρας της ταινίας, που έσπασε ορισμένα ταμπού της δεκαετίας του ’50 και ΄60, την απογείωσε. Τα «αμαρτήματα» και οι τρέλες της νιότης αποκτούν ονοματεπώνυμο, ενώ άκομψες φράσεις και συμπεριφορές αποβάλλουν το σήμα του ακατάλληλου και βάζουν τελικά «γκολ».Χαριτωμένη ατάκα: «Για να γίνει λίγο πλάκα» 



«Δε με ξέρεις, δε σε ξέρω, υποφέρεις κι υποφέρω» 
Αστυνομικό μυστήριο «ακούει» στην ταινία «Ο Ηλίας του 16ου» τη θεατρική κωμωδία των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου. Το1959 μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη, με τον απολαυστικό Κώστα Χατζηχρήστο να κατέχει τα κωμικά «ηνία».

Oι στιγμές «αστείας» αγωνίας, ο χαριτωμένος πανικός, οι ξεκαρδιστικές στιχομυθίες και τα σχέδια δίνουν και παίρνουν στην αθάνατη κωμωδία.

Η αθάνατη ατάκα: «Δε με ξέρεις, δε σε ξέρω, υποφέρεις κι υποφέρω»



«Ένα εκατομμύριο εκατόν μία χιλιάδες εκατόν μία και δέκα» 

Ο τίτλος της μένει μέχρι σήμερα ζωντανός, ενώ χρησιμοποιείται με χαριτωμένο τρόπο δίνοντας «γεύση» στα αβύθιστα πάθη. Ο λόγος για την κωμική ταινία του ελληνικού κινηματογράφου παραγωγής 1958, «Μια ζωή την έχουμε», με βαθιά ανθρωποκεντρικό και επίκαιρο χαρακτήρα.

Η απωθητική, αλλά και ελκυστική προσωπικότητα του χρήματος, ο πόνος των ανεκπλήρωτων ονείρων, η δύναμη της θέλησης, και η «φωνή» της ανόδου είναι αναπόσπαστα στοιχεία της ταινίας. Πρόκειται για μια ακριβή παραγωγή, που έκλεισε το «μάτι» στη διεθνή αγορά, με την Υβόν Σανσόν στο ρόλο της συμπρωταγωνίστριας.

Το σενάριο και η σκηνοθεσία ανήκουν στο Γιώργο Τζαβέλλα, ενώ η υποκριτική παντοδυναμία του Δημήτρη Χορν διαφαίνεται ξεκάθαρα.

Ατάκα που ξεχωρίζει: «Ένα εκατομμύριο εκατόν μία χιλιάδες εκατόν μία και δέκα» 



«Και θα απλώσεις μωρέ αυτά τα ρυτιδιασμένα χέρια, ν΄ αγγίξεις αυτό το ροδοπέταλο;» 
Δημήτρης Χορν και Μάρω Κοντού… Τι άλλο θέλει κανείς για να απολαύσει ελληνική ταινία και μάλιστα την «Αλίμονο στους νέους» (1961) των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου.
Επίκαιρη και αυτή η ιστορία που περιστρέφεται γύρω από το φόβο του χρόνου και τη δίψα για νιάτα. Συγκεκριμένα, πρόκειται για παραλλαγή του μύθου του Φάουστ σύμφωνα με τον οποίο ένας ηλικιωμένος συμφωνεί να πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο για να «γευτεί» τη νιότη.

Ατάκα που ξεχωρίζει: «Και θα απλώσεις μωρέ αυτά τα ρυτιδιασμένα χέρια, ν΄ αγγίξεις αυτό το ροδοπέταλο;» 



«Μιας που τον ανέλαβε η κυρά μαμή απ’εδώ, φαίνεται ότι ο δήμαρχος δεν είναι άρρωστος αλλά ετοιμόγεννος» 
Πίσω στο χρόνο και συγκεκριμένα στις μεσαιωνικές αντιλήψεις περί ιατρικής, η ελληνική ταινία «Η κυρά μας η μαμή» (1958) ξεπροβάλλει και μαζί της ανασύρει «θησαυρούς» αστεϊσμού.

Σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου, στην ταινία το ακατάπαυστο γέλιο «γεννούν» οι Γεωργία Βασιλειάδου και Ορέστης Μακρής.
Η σύγκρουση ανάμεσα στο σύγχρονο και στο παλιό, στο λογικό και στο παράλογο, στη γνώση και στην άγνοια, φαίνεται μεν κωμική, δημιουργεί όμως ένα «παζλ» προβληματισμών. Στο «ταμπλό» του κυνισμού μπαίνει η προσκόλληση στις ανύπαρκτες θεωρίες, ενώ σε μερικά σημεία την παρουσία του κάνει νοερά το «Αμάρτημα της μητρός μου» του Γεώργιου Βιζυηνού.

Η ατάκα του χλευασμού: «Μιας που τον ανέλαβε η κυρά μαμή απ’εδώ, φαίνεται ότι ο δήμαρχος δεν είναι άρρωστος αλλά ετοιμόγεννος» 



«Tου Θεμιστοκλέους, βεβαίως-βεβαίως!» 
Το σχολείο απέκτησε άλλη χάρη μετά «Το ξύλο βγήκε απ' τον παράδεισο» (1959) σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου και με πρωταγωνιστές τους Αλίκη Βουγιουκλάκη και Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν πλάσει, κατά καιρούς, ερωτικά σενάρια στο μυαλό τους με πρωταγωνιστή τον καθηγητή τους.

Η ταινία «εκστομίζει» τη φαντασίωση πολλών μαθητών και μαθητριών με ένα κωμικό και οπισθοδρομικό τρόπο. Το ξύλο μπορεί μεν να έχει καταργηθεί εδώ και χρόνια στα σχολεία και να συνάδει με την εκπαιδευτική αναποτελεσματικότητα, ο θαυμασμός όμως προς τον καθηγητή ή την καθηγήτρια είναι αστάθμητος παράγοντας.

Ατάκες, ευχάριστες αναμνήσεις των σχολικών χρόνων και έρωτας είναι στοιχεία που περιγράφουν τη διαχρονική κωμωδία, που «θέσπισε» το «Βεβαίως-βεβαίως!».




«...αντί να φάει γάτα το ψαράκι, το ψάρι τρώει τη γατούλα π'αγαπώ...!»
Τζένη Καρέζη και Ντίνος Ηλιόπουλος βάζουν μια ταλαντούχα υποκριτική «υπογραφή» στην ελληνική κωμωδία «Το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος» (1960), σε σκηνοθεσία και σενάριο Γιάννη Δαλιανίδη.

Εκτός από το αχτύπητο αυτό δίδυμο, ξεχωρίζει και η μουσική του Μάνου Χατζηδάκι.
Η ταινία, θα μπορούσε να πει κανείς, πως αποτελεί φορέα ελπίδας σε εκείνους όσους χαλιναγωγούνται από τη συστολή τους.

«Αντιστρέφει» το «νόμο» των ισχυρών και…«...αντί να φάει γάτα το ψαράκι, το ψάρι τρώει τη γατούλα π'αγαπώ...!»