Μεταφραση

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Το παράδοξο φαινόμενο της παχυσαρκίας

Τι λένε οι ειδικοί;

Ο δείκτης μάζας σώματος (BMI), που υπολογίζεται με βάση το σωματικό βάρος και το ύψος ενός ατόμου {βάρος(Kg)/ύψος (m²)}, είναι ένας έμμεσος τρόπος εκτίμησης του βαθμού παχυσαρκίας και κατ' επέκταση της νοσηρότητας και της θνητότητας που αυτή συνεπάγεται. Είναι όμως και ο σωστότερος;

Πρόσφατα, επιστημονική ομάδα από τον Καναδά, δημοσίευσε μελέτη στο Annals of Internal Medicine όπου αναδεικνύεται ότι ο χαμηλός δείκτης μάζας σώματος καθώς και το υψηλό ποσοστό σωματικού λίπουςαποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου υψηλής θνητότητας (από οποιοδήποτε αίτιο), τόσο σε άντρες όσο και σε γυναίκες.
Είναι όμως αυτοί οι δύο παράγοντες ανεξάρτητοι μεταξύ τους; Σε παλαιότερες μελέτες είχε παρατηρηθεί ότι σε ασθενείς μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας με χρόνια νοσήματα, όπως καρδιακές παθήσειςόσοι ήταν υπέρβαροι (BMI 25-29,9 kg/m²) ή μετρίως παχύσαρκοι (BMI 30-34,5kg/m²) είχαν χαμηλότερο κίνδυνο θνητότητας σε σχέση με όσους είχαν φυσιολογικό βάρος (BMI 18,5-24,9kg/m²).
Πρόκειται για το λεγόμενο ''παράδοξο φαινόμενο της παχυσαρκίας''.
13a25b7fc0a2f2d12f04a09c5bbaf96d XL
Θα περίμενε κανείς ως λογικό επακόλουθο, ένας άνθρωπος με υψηλό BMI να έχει και υψηλό ποσοστό εναπόθεσης λίπους. Άλλωστε, λόγω της δύσκολης άμεσης μέτρησης του ποσοστού σωματικού λίπους, ο δείκτης μάζας σώματος σε διάφορες μελέτες το υποκαθιστά. Όμως στην πραγματικότητα ο δείκτης μάζας σώματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον σωματότυπο του ατόμου. Έτσι γυμνασμένα και μυώδη άτομα έχουν υψηλό ΒΜΙ, χωρίς να έχουν υψηλό ποσοστό λίπους στο σώμα τους και αντίθετα, άτομα με απώλεια μυϊκής μάζας είτε λόγω ηλικίας, είτε λόγω κάποιας πάθησης έχουν χαμηλό BMI, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν και χαμηλό ποσοστό λίπους.
Στη μελέτη συμμετείχαν 49.476 γυναίκες (μέση ηλικία 63,5 έτη) και 4.944 άντρες (μέση ηλικία 65,5 έτη), που επρόκειτο να υποβληθούν σε έλεγχο για οστική πυκνότητα.Μετρήθηκε σε όλους το BMI (μέσο ΒΜΙ γυναικών 27 kg/m², και αντρών 27,4 kg/m²) και το ποσοστό σωματικού λίπους με την μέθοδο DEXA (μέσο ποσοστό λίπους γυναικών 32,1% και αντρών 29,5%). Στις γυναίκες ο κίνδυνος θνητότητας ήταν υψηλότερος στην ομάδα με χαμηλό ΒΜΙ (ΗR=1,44) και υψηλό ποσοστό σωματικού λίπους (HR=1,19). Ομοίως, στους άντρες η θνητότητα ήταν υψηλότερη στην ομάδα με χαμηλό BMI (HR=1,45) και υψηλό ποσοστό σωματικού λίπους (HR=1,59).
Ο τρόπος διεξαγωγής της μελέτης είχε κάποιους περιορισμούς, καθώς δεν συνυπολογίστηκαν παράγοντες όπως σωματική άσκηση και κάπνισμα ή οι τυχόν μεταβολές του βάρους κατά τη διάρκεια της μελέτης και οι συμμετέχοντες προέρχονταν από μια δεξαμενή που θα υποβάλλονταν σε μέτρηση οστικής πυκνότητας (εξ ου και η σημαντική υπεροχή των γυναικών) και όχι από τον γενικό πληθυσμό, γεγονός που περιορίζει την αντανάκλαση των αποτελεσμάτων στο γενικό πληθυσμό χωρίς τη διεξαγωγή περαιτέρω μελετών.
Συμπερασματικά, η μελέτη έδειξε ότι η θνητότητα είναι αυξημένη σε άτομα με αυξημένο σωματικό λίπος και μειωμένο (χαμηλότερο του φυσιολογικού) BMI.Επομένως οι παχύσαρκοι θα πρέπει να ενθαρρύνονται να ακολουθούν διατροφή που να αποβλέπει στην απώλεια λίπους και γενικά να αποφεύγεται η επίτευξη χαμηλότερου του φυσιολογικού BMI. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν ότι φυσιολογικό ΒΜΙ μπορεί να αντικατοπτρίζει δείκτη χαμηλής μυϊκής μάζας και όχι απαραίτητα δείκτη χαμηλού σωματικού λίπους.
ΤωνΑικ. Φιλιππάκου, Ειδικευόμενη Γαστρεντερολόγος ΕΑΝΠ ΜεταξάΕ. Τσιρώνη, Επιμελήτρια Α' Γαστρεντερολόγος ΕΑΝΠ Μεταξά
από την σελίδα του ΕΛΙΓΑΣΤ